7 Νοεμβρίου 2010

Η Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και οι συνέπειές της

Η Συνθήκη της Λωζάνης για την ανταλλαγή των πληθυσμών της 30 Ιανουαρίου 1923 θεωρήθηκε ως μια πιο πολιτισμένη μορφή εθνοκάθαρσης σε σχέση με τις εθνoκαθάρσεις που προηγήθηκαν Για χιλιάδες ανθρώπους όμως ήταν πολύ αργά.
Το 1915 το ½ με τα 2/3 των Αρμενίων χάθηκαν σε κακουχίες στρατοπέδων εργασίας και εξοντωτικές πορείες. Οι ανταλλάξιμοι έλληνες το 1923 ήταν η μικρότερη ομάδα 189.916 σε σχέση με τους άνω του ενός εκ. περίπου που είχαν προλάβει να φύγουν τα προηγούμενα χρόνια. Οι Τούρκοι οι οποίοι αναγκάστηκαν σε εκπατρισμό ήταν 355.635 και η έξοδός τους ήταν πιο οργανωμένη. Η ανταλλαγή δεν ήταν πάνω στο αμφίβουλο κριτήριο της εθνότητας αλλά στο κριτήριο του θρησκεύματος που για την Τουρκική πλευρά αποτελούσε κριτήριο εθνότητας. Ούτε ήταν το κριτήριο του αυτοπροσδιορισμού. Το κριτήριο επιβλήθηκε. Ανάμεσα σε αυτούς και 30,000-40,000 Τουρκοκριτικοί που λίγα Τουρκικά κατείχαν. Πιθανόν θεωρούνταν εξισλαμισθέντες, όπως στην Κύπρο οι λινοβάμβακοι. Οι Τούρκοι τους θεωρούσαν μισοάπιστους, όχι πλήρεις Μουσουλμάνους. Η γλώσσα τους και ο πολιτισμός τους ήταν Κρητικός. Το ίδιο και οι Καραμανλήδες της Καπαδοκίας που ήταν ορθόδοξοι, γνώριζαν όμως μόνο Τουρκικά και λειτουργούσαν στις εκκλησίες τους στην Τουρκική. Ούτε οι μεν, ούτε οι δε ήθελαν ν’ ανταλλαχθούν. Εξαιρέθηκαν μόνο οι ΄Ελληνες της Κωνσταντινούπολης, της ΄Ιμβρου και Τενέδου, οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης και οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας.
Το 1908 ο νόμος των Νεότουρκων επέβαλε την υποχρτεωτική στράτευση όλων των αρένων κατοίκων στον Οθωμανικό στρατό. Μέχρι τότε η διαδικασία ήταν οι Μουσουλμάνοι να υπηρετούν και οι Χριστιανοί να εξαγοράζουν τη θητεία τους με πληρωμές φόρων. Πολλοί χριστιανοί άρχισαν να εγκαταλείπουν την Τουρκία για ν’αποφύγουν τη στράτευση γιατί και όταν στρατεύονταν στέλνονταν να υπηρετήσουν σε διάφορα τάγματα εργασίας. Το 1913 ο πληθυσμός της Τουρκίας ήταν περ. 15 εκ. και το 1923 13.5 εκ.
Η κίνηση της ανταλλαγής επηρέασε περισσότερους από 1.5 εκ. ανθρώπους, ΄Ελληνες και Τούρκους. Το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Ελλάδα για την εγκατάσταση των 1.3 εκ. προσφύγων ήταν τεράστιο. Οι πρόσφυγες αποτελούσαν περισσότερο από 20% του πληθυσμού. Για την Τουρκία ήταν μόνο 4%. Λόγω του μεγέθους του προβλήματος ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός και άλλες φιλανθρωπικές οργανώσεις προσέτρεξαν να βοηθήσουν. Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα της ελληνικής γραφειοκρατίας δημιουργήθηκε το Συμβούλιο Αποκατάστασης Προσφύγων υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών. Οι πρόσφυγες εγκατάστηθηκαν σε αγροκτήματα αλλά και στις πόλεις. Το 1930 145.738 οικογένειες είχαν εγκατασταθεί σε αγροκτήματα, είχαν κτιστεί 27.000 σπίτια σε 127 αστικούς οικισμούς αλλά υπήρχαν ακόμη 30.000 οικογένειες που έμειναν σε παράγκες και μερικές ήταν στις ίδιες συνθήκες ακόμη και το 1940 με την έναρξη του πολέμου.
Αντίθετα στην Τουρκία η επίσημη γραμμή ήταν η αποσιώπηση της ανταλλαγής των πληθυσμών και η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας βασισμένης στην «τουρκικότητα» της Μικράς Ασίας από την αρχαιότητα. Μόνο μετά το 1960 και ιδιαίτερα μετά το 1980 Τούρκοι συγγραφείς της Αριστεράς τολμούσαν αναφορές στην παλαιότερη ύπαρξη ελλήνων και Αρμενίων στη Μικρά Ασία και την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Η εγκατάσταση του 1.3 εκατομυρίου προσφύγων μετά το 1922, παρά τις τραγικές αρχικές συνθήκες με το χρόνο συνέβαλε στην ομοιογενοιοποίηση του ελληνικού πληθυσμού και είχε για την Ελλάδα θετικές οικονομικές, δημογραφικές και πολιτιστικές συνέπειες στη μουσική, τη λογοτεχνία και την ελληνική κουζίνα. Συνέβαλε στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής και την ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Υπήρξαν επίσης, ως αποτέλεσμα της εγκατάστασης των προσφύγων σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Το αίσθημα των χαμένων πατρίδων ήταν επίσης διάχυτο στους Τούρκους πρόσφυγες . Ωστόσο η επίσημη τουρκική πολιτική ήταν η απάλειψη από τη συλλογική μνήμη του γεγονότος της ανταλλαγής των πληθυσμών και για πολλές δεκαετίες ελάχιστες αναφορές υπήρχαν στην τουρκική λογοτεχνία για την ύπαρξη των ελλήνων στη Μικρά Ασία.

Περίληψη διάλεξης  που δόθηκε στην αίθουσα του Παναρκαδικού Συνδέσμου - Μελβούρνη 6 Σεπτεμβρίου 2009]
*Χρήστος Ν. Φίφης, επίκουρος καθηγητής Νέων Ελληνικών Πανεπιστημίου LaTrobe Αυστραλίας

http://mikrasiatis.gr/?p=647

Συνθήκη του 1914

Κατ’ αυτή τη Συμφωνία:
«Οι πληθυσμοί των ελληνικών χωρίων Θράκης και νομού Σμύρνης μέχρι των Στενών ανταλλαχθήσονται έναντι Μουσουλμάνων χωρικών Μακεδονίας  και Ηπείρου, η δε ανταλλαγή γενήσεται ταυτοχρόνως και μετά πιστοποίησιν της αυθορμήτου αυτών επιθυμίας προς μετανάστευσιν. Η ανταλλαγή γενήσεται υπό την προστασίαν των δύο κυβερνήσεων μετά πλήρη συνεννόησιν κλπ.».
Συνέπεια αυτής της Συμφωνίας ήταν ο βίαιος εκπατρισμός στην Ελλάδα άνω των 250.000 Ελλήνων από Μικρά Ασία και Θράκη.
Πολλές χιλιάδες Ελλήνων βρήκαν το θάνατο συνέπεια διωγμών και ταλαιπωριών από 1915 – 1918. Στο κύμα αυτό των πρώτων από Βουλγαρία και δεύτερο από Τουρκία εκπατρισθέντων Ελλήνων ήρθαν να προστεθούν και οι εκδιωχθέντες μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Όλοι αυτοί είχαν ανάγκη κάποιας προστασίας και βοήθειας αυτή που προτίθετο να τους εξασφαλίσει η Συνθήκη του Νεϊγύ.

 Συνθήκη Νεϊγύ, 1919

Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919), η Βουλγαρία υποχρεωνόταν να αναγνωρίσει τα μέτρα εκείνα με τα οποία οι προέχουσες και συνασπισμένες Σύμμαχοι Δυνάμεις ήθελαν κρίνουν πρόσφορα σε σχέση προς την αμοιβαία και εθελουσία μετανάστευση των φυλετικών μειονοτήτων. Σ’ αυτή τη Συνθήκη διατυπωνόταν η απόφαση των Συμμάχων όπως «η αμοιβαία και εθελουσία μετανάστευση των φυλετικών, θρησκευτικών ή γλωσσικών μειονοτήτων εις Ελλάδα και Βουλγαρία κανονισθεί δια συμβάσεως μεταξύ των δύο τούτων κρατών, συνομολογούμενης επί τη βάσει των όρων που αποφασίσθηκαν κατά την ως άνω ημέρα».
Βάσει της παραπάνω Σύμβασης περί τους 50.000 Έλληνες περίπου μετανάστευσαν από Βουλγαρία στην Ελλάδα και 90.000 Βούλγαροι από Ελλάδα στη Βουλγαρία. Κατά δε τις επίσημες στατιστικές παρέμειναν στην Ελλάδα 41.017 σλαβόφωνοι που δεν επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν.

Συνθήκη της Λωζάνης, 1923

Μετά τη γενοκτονία των Ποντίων και τη μικρασιατική καταστροφή το αποκορύφωμα του μέτρου της «ανταλλαγής πληθυσμών» αποτέλεσε το Σύμφωνο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που υπογράφθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923,
Κατά τη Σύμβαση αυτή η ανταλλαγή δεν ήταν πλέον εκούσια και ελεύθερη αλλά υποχρεωτική και αποτέλεσμα όρου πολεμικής ήττας. Στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης η Ελλάδα, μολονότι αντιτίθονταν στη άποψη και της εκούσιας ανταλλαγής (καταστροφική για τον ευημερούντα Ελληνισμό της Μικράς Ασίας), εντούτοις πιεζόμενη από το ατυχές αποτέλεσμα του πολέμου, δήλωσε να συζητήσει εκούσια και αμοιβαία ανταλλαγή. Η Τουρκία όμως δεν δέχθηκε ούτε εκούσια ούτε αμοιβαία αλλά υποχρεωτική. Μάταια το Οικουμενικό Πατριαρχείο διαμαρτυρήθηκε για κήρυξη της Εκκλησίας «εν διωγμώ». Αλλά και οι διαμαρτυρίες της τότε ελληνικής κυβέρνησης προς τη Τουρκία και τις Μεγάλες Δυνάμεις υπήρξαν ατελέσφορες.
Τελικά η Συνδιάσκεψη απεφάνθη ότι αν και μισητό αυτό καθ΄ αυτό το μέτρο της υποχρεωτικής ανταλλαγής ήταν το μόνο ενδεδειγμένο στη περίπτωση και συνέστησε την αποδοχή αυτής με τον όρο να εξαιρεθούν οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Τότε η Ελλάδα που είχε εγκαταλειφθεί απ’ όλους τους Συμμάχους αναγκάσθηκε να υποκύψει και να υπογράψει την παραπάνω Σύμβαση της υποχρεωτικής ανταλλαγής με την οποία χιλιάδες Έλληνες της Μικράς Ασίας , μεταξύ αυτών και ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος ΣΤ΄, εξαναγκάσθηκαν σε εκπατρισμό.
Στην εν λόγω Σύμβαση καθορίζονταν τα εις την υποχρεωτική ανταλλαγή υποκείμενα πρόσωπα, η ιθαγένειά τους, ο χρόνος της ανταλλαγής, η εκκαθάριση των περιουσιών τους, καθώς και η τύχη των εξαιρουμένων της ανταλλαγής προσώπων. Στη συνθήκη δε αυτή υπάχθηκαν και οι μετά την 12 Οκτωβρίου 1912 αποχωρήσαντες εκ των εδαφών που χαρακτηρίστηκαν «ανταλλάξιμοι». Οι κινητές και ακίνητες περιουσίες των ευαγών ή θρησκευτικών ιδρυμάτων που ανήκαν σε ανταλλάξιμους ή εις πρόσωπα που κατοικούσαν εκτός των εδαφών τους, υπάχθηκαν επίσης σε ανταλλαγή. Σε μικτή επιτροπή εκ της συμβάσεως ανετέθη η εκτίμηση και εκκαθάριση των περιουσιών που εγκαταλείφθηκε. Η αξία τους μετά την εκτίμηση περιέρχεται στο κράτος όσο παραμένουν – ανταλλάξιμη περιουσία – και αυτό (το κράτος) καθίσταται οφειλέτης των δικαιούχων. Οι αξίες τέλος θα συνοψίζονταν και όση προέκυπτε διαφορά αυτή θα καταβάλλονταν από το οφειλόμενο κράτος στο έτερο.
Η Σύμβαση αυτή άρχισε να εφαρμόζεται από τον Αύγουστο του 1923, η δε μικτή επιτροπή περάτωσε το έργο της κατά το έτος 1925. Για δε την εκτέλεσή της εκδόθηκε σωρεία νόμων, διαταγμάτων, αποφάσεων κλπ ενώ πλείστες Υπηρεσίες δημιουργήθηκαν για τη περαίωση του όγκου της εργασίας προς εγκατάσταση των εκατοντάδων χιλιάδων ομοεθνών προσφύγων, την εκκαθάριση των περιουσιών τους και την τακτοποίηση των αξιώσεών τους.

Θέση του Ο.Η.Ε. σήμερα

Από τη διεθνή κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικότερα του δικαιώματος της ελεύθερης μετακίνησης και εγκατάστασης και της απαγόρευσης της συλλογικής απέλασης (Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Δ΄ Πρωτόκολλο) η «ανταλλαγή πληθυσμών» σήμερα αποτελεί παραβίαση κανόνων Διεθνούς Δικαίου και έχει τεθεί εκτός πραγματικότητας

http://el.wikipedia.org/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μην πυροβολείτε ασκόπως