9 Δεκεμβρίου 2016

Spina nel cuore di Venezia

Αγκάθι στην καρδιά της Βενετίας, Spina nel cuore di Venezia , ήταν το όνομα που έδωσαν οι Ενετοί άρχοντες της Κρήτης στο οροπέδιο του Λασιθίου. Φυσικό απόρθητο φρούριο, αποτέλεσε εστία αλλεπάλληλων επαναστάσεων στους πρώτους αιώνες της Ενετικής κυριαρχίας.
Για το λόγο αυτό, η γαληνοτάτη δημοκρατία διέταξε την ερήμωσή του, εκπληρώνοντας έτσι το ρητό του Τάκιτου 
«ubi solitudinem faciunt, pacem appellant» (ετούτοι φτιάχνουν έρημο και την αποκαλούν ειρήνη)

Η πρώτη φορά που εκδιώχθηκαν οι κάτοικοι του οροπεδίου, διότι υπέθαλψαν τους επαναστάτες του Αλεξίου Καλλέργη, ήταν το 1293, όταν δούκας της Κρήτης ήταν ο Ερμόλαος Γιούστος, με απόφαση του συμβουλίου των κλητών. Κατεδαφίστηκαν όλα τα σπίτια, ξερριζώθηκαν όλα τα καρποφόρα δέντρα και απαγορεύτηκε η καλλιέργεια όχι μόνο στο οροπέδιο, μα και στις πλαγιές των γύρω βουνών. Το 1341, το Λασίθι χρησιμοποιήθηκε ξανά ως ορμητήριο κατά την επανάσταση του Λέοντα Καλλέργη και των Ψαρομηλίγγων, με αποτέλεσμα την εκ νέου ερήμωσή του για δυο χρόνια. Τα όρια της απαγόρευσης καθορίστηκαν με εξονυχιστική ακρίβεια σε ένα «πρακτικό» που συντάχθηκε στο Χάνδακα το 1343 από μια επιτροπή βενετών ευγενών: «Αρχίζει από τη Σαρακηνή στέρνα που βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού της Σκάλας του Ρούσου Εγκρεμού προς το μυλότοιχο και πηγαίνει προς νότο ρίζα-ρίζα, όπως χωρίζουν τα καλλιεργημένα χωράφια από τους πρόποδες του βουνού…». Μετά είκοσι χρόνια, το 1363, αποστάτες βενετοί τιμαριούχοι καταλύουν τις αρχές στο Χάνδακα και ανακηρύσσουν τη Δημοκρατία του Αγίου Τίτου. Το 1364, οι βενετοί προβλεπτές εκδίδουν και πάλι διάταγμα για ερήμωση του Λασιθίου, προληπτικά, χωρίς να καταφέρουν να αποτρέψουν τη χρήση του από τους επαναστάτες των ανατολικών επαρχιών κατά την επανάσταση των Καλλέργηδων, που ακολούθησε αμέσως μετά τη στάση των φεουδαρχών, οι οποίοι εκτελέστηκαν πάραυτα. Το οροπέδιο μένει πάλι ακαλλιέργητο, τα σπίτια ισοπεδώνονται, οι κάτοικοι εκτοπίζονται. Επεκράτησε απόλυτη ησυχία. Το διάταγμα των προβλεπτών ακούγεται παράξενα οικείο:
«…Προνοητικοί άνδρες, δια δουκικής διαταγής Προβλεπτές ολόκληρης της νήσου Κρήτης, ενδιαφερόμενοι για τη σωτηρία και το όφελος της ειρημένης νήσου και λαβόντες υπόψη ότι η κατοίκηση και η καλλιέργεια της περιοχής της αποκαλούμενης Λασίθι, σε περίπτωση ανταρσίας, ω μη γένοιτο, είναι επικίνδυνη και βλαβερή προς τους πιστούς στην κυριαρχία λόγω της ευφορίας και της φυσικής οχυρότητας του τόπου, διέταξαν, για να πάψει να υπάρχει η αφορμή τόσων κινδύνων και θλίψεων, να καταστραφεί και να ερημωθεί ο τόπος τούτος…»
και πιο κάτω:
«Εκείνος που θα καταγγείλει στην Εξουσία (Dominio) τον παραβάτη [της απαγόρευσης], για να διαπιστωθεί το αληθές της καταγγελίας, θα λαμβάνει από το Δημόσιο (Commune) 50 υπέρπυρα. Το όνομά του, δε, θα τηρείται μυστικό… Όποιος καταγγείλει [παράνομη βοσκή] και αποδειχθεί αληθής η καταγγελία, θα παίρνει τα μισά ζώα, και τα άλλα μισά θα περιέρχονται στο Δημόσιο. Το όνομά του θα παραμένει μυστικό…»
Το Λασίθι παρέμεινε έρημο για τα επόμενα εκατό χρόνια. Οι επαναστατικοί «σπασμοί», κατά τον Ξανθουδίδη, της Κρήτης, είχαν λήξει πνιγμένοι στο αίμα. Ως το 1463, οπότε με πρωτοβουλία του πάπα Πίου του δεύτερου συνήφθηκε η λεγόμενη «ιερή συμμαχία» Βατικανού, Βενετών και Βουργουνδών ενατίον των Τούρκων και το Λασίθι χωρίζεται σε 342 «βουδέες» που ενοικιάζονται σε πολίτες του Χάνδακα και αρχίζει να καλλιεργείται ξανά για να τραφούν τα συμμαχικά στρατεύματα. Η καλλιέργεια δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα, ίσως λόγω του δασώδους πλέον εδάφους και της απείθειας των αγροτών, οπότε η Βενετία αποφασίζει την εντατικοποίηση της καλλιέργειας και την αυστηρή απαγόρευση της βοσκής. Το 1471, οι Βενετοί άποικοι της Κρήτης, βλέποντας ότι η παραγωγή του Λασιθίου αρχίζει να βλάπτει τα συμφέροντά τους και φοβούμενοι νέες επαναστάσεις, ζητούν από τη Γαληνοτάτη «ut Lassithi seminatio cesset» (να πάψει η καλλιέργεια στο Λασίθι). Τέλος, το 1543, η καλλιεργήσιμη γη στο οροπέδιο ξαναμοιράζεται στους πιστούς στο Βενετικό κράτος υπερασπιστές του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς. Έκτοτε, η εκμετάλλευση της γης και των καλλιεργητών της γίνεται ανεξέλεγκτα, προς όφελος των πακτωτών πολιτών του Χάνδακα.
Το οροπέδιο εκείνο, που σύμφωνα με τον Γενικό Προβλεπτή Κρήτης Τζάκομο Φοσκαρίνι (1579) «θα μπορούσ[ε] να σώσ[ει] όλο τον άμαχο πληθυσμό της Ιεράπετρας και μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Χάνδακα» με τις εύφορες γαίες, «το σπουδαιότερο στήριγμα του Χάνδακα», κατοικείται, κατά τους βενετούς, από «ανθρώπους άξεστους». Το άξεστο αυτό πλήθος, για το οποίο ελάχιστες πληροφορίες σώζονται στα χρονικά, δεν ήταν παρά βιολογική συνέχεια των εντόπιων αγροτικών πληθυσμών που εντάχθηκαν στο άτυπα φεουδαρχικό σύστημα παραγωγής ως πάροικοι, δουλεύοντας στα κτήματα του δημοσίου ή των αρχόντων. Η απόσταση της Κρήτης από τη μητρόπολη, αλλά και η σχετική της αυτάρκεια ευνοούσαν την ανάπτυξη ενός ιδιότυπου συστήματος μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών γαιοκτημόνων, οι οποίες κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της καλλιεργήσιμης γης, εις βάρος της μικρότερης ιδιοκτησίας. Οι αριστοκρατικές αυτές οικογένειες ηγεμόνευαν, μαζί με την εκκλησία, και τον ντόπιο πληθυσμό, του οποίου τα επαναστατικά ξεσπάσματα, στηριγμένα σε βιοτικές ανάγκες, καθοδηγούσαν προς ένα συνεχή ανταγωνισμό για πιο πλήρη έλεγχο των παραγωγικών εκτάσεων του νησιού, εις βάρος των βενετών αποίκων. Ήταν κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων αυτών, και συγκεκριμένα κατά τη μεγαλύτερη επανάσταση της Κρητικής αριστοκρατίας, εκείνη των Καλλέργηδων (1283) που εισήχθηκε και ένα νέο είδος πολέμου, εκείνο της guerrilla, το οποίο θα έπιανε τόπο στο νησί συνδεόμενο με την παράδοση ανταρσίας των ντόπιων πάροικων που κατέφευγαν στο βουνό για να γλιτώσουν την καταναγκαστική εργασία στις γαλέρες.
Η Κρήτη, μόνη σε ολόκληρο τον τότε Λατινοκρατούμενο «ελληνικό» χώρο, ακολούθησε το δρόμο της ανταρσίας ενάντια στην κυριαρχία της (Γαληνότατης) αυτοκρατορίας.
ΠΗΓΗ
Αναδημοσίευση αποσπάσματος από το ιστολόγιο ενός περιοδικού που...»δεν υλοποιείται ποτέ».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μην πυροβολείτε ασκόπως