14 Αυγούστου 2015

Σήφακας Κωνσταντουλάκης (1770-1823)

Τέθοιοι άντρες πια δε βγαίνουνε ποθές μήδε στην Κρήτη...
Σήφης Κωνσταντουλάκης ή Σήφακας 

Ο Σήφακας, που έδωσε το όνομά του στο δρόμο των μαχαιράδων ήταν παλληκάρι ξακουστό. Σήφης Κωνσταντουλάκης το πραγματικό του όνομα, μεγάλος αγωνιστής στην Επανάσταση του 1821 στην Κρήτη και Φιλικός, αποκλήθηκε Σήφακας λόγω της σωματικής του διάπλασης, της βροντερής φωνής του, αλλά και των υπόλοιπων εξαιρετικών ικανοτήτων του.
Από οικογένεια αγωνιστών, που λεγόταν πως κρατούσε από παρακλαδι του βυζαντινού οίκου των Σκορδυλών, αυτός και τα αδέλφια του, ζωσμένοι τ'' άρματά τους τα τιμημένα, πάντα υπερασπιστές ήταν της πατρώας γης και της Λευτεριάς.
Ο Σήφακας είχε γεννηθεί το 1770 στο Μελιδόνι.
Αρματωλός και μεγάλος αγωνιστής, πρώτος στις μάχες εναντίων των τούρκων, από τους ψυχωμένους οπλαρχηγούς κατά την επανάσταση του 1821, μαζί με τους αδελφούς του, πρωταγωνιστής και νικηφόρος σε πολλές μάχες, διακρίθηκε για την τόλμη, ανδρεία και πατριωτισμό του κι είχε τιμηθεί με το βαθμό του πεντακοσίαρχου.
Στις αρχές του 1823, είχε σταλεί στην Κίσαμο για να επιτηρεί και να αντιμετωπίζει τις εχθρικές κινήσεις των τούρκων, νίκησε μάλιστα και κατεδίωξε τους εχθρούς που είχαν έρθει ξαφνικά από το Σέλινο και είχαν κατασφάξει τους χριστιανούς στο χωριό Περβολάκια.
Όμως αρρώστησε με πνευμονία στην Κίσαμο όπου είχε παραμείνει, στις 23 Μαρτίου του 1823, μετά από 13 μέρες ασθενείας, πέθανε στα 52 του. Τάφηκε με μεγάλες τιμές σε πάνδημο πένθος στο Μοναστήρι της Κυρίας Γωνιάς στο Κολυμπάρι, ύστερα από απόφαση της Προσωρινής Διοικήσεως της Κρήτης. Σε σχετικό μάλιστα έγγραφό της σημειωνόταν:

Προς τους κατοίκους των ριζίτικων χωρίων της Κισάμου 
Δεν αμφιβάλλομεν να έγινεν γνωστόν εις όλους σας τους κατοίκους της επαρχίας ταύτης ο θάνατος του μακαρίτου εκείνου ανδρός 500ρχου σίφη Κωνσταντουδάκη του οποίου τοένδοξον όνομα τα ηρωϊκά ανδραγαθήματα θέλει διαιωνίζονται εις γενεάς γενεών. Εκ τούτου λοιπόν αδελφοί στοχαζόμεθα ότι όλοι του οι στρατιώται τώρα μέλλει να διασκορπισθώσι εδώ και εκεί ωσάν τα πρόβατα μην έχοντες εκείνο τον θαυμάσιον αρχηγόν και ποιμένα τους. διά τούτο σας ειδοποιούμε ότι ανάγκη πάσα είναι όλοι σας καλά να εξυπνήσετε να αρματωθήτε και ως γενναίοι να στέκεσθε ανδρείως εις τα πόστα όπου είσθε διορισμένοι και όχι εις τα οσπήτια σας να κάθεσθε, να φυλάττετε με προσοχήν μεγάλην νύκτα και ημέραν τους εχθρούς καθ΄ ότι αν ούτως δεν κάμετε κινδυνεύετε όλοι σας εξ αποφάσεως να υποπαίσητε εις την ανίλεον μάχαιρα του εχθρού. κινδυνεύετε να κατασφαγήτε και σεις και τα παιδιά και αι γυναίκαις σας όλοι σας γενικώς αν δεν κάμετε έτζι μόνον ελάτε όλοι εις τον εαυτόν σας βάλλετε κατά νουν ότι πλέον ζωήν δεν έχετε. με τους τούρκους να συνζήσητε μαζί των πλέον δεν είναι δυνατόν. μονάχοι σας πρέπει να φροντίσητε να απολαύσητε την τελείαν σας ελευθερίαν και να φυλάττητε τους τόπους σας και όχι να κάθεσθε εις τα οσπήτια και χωριά σας, εις τόπους όπου δεν είναι χρεία φυλάξεως. ας ενθουσιάζη και ας παρακινή ο ένας τον άλλον σας και εκείνον όπου δεν έχει την όρεξιν ας τον βιάζη θεληματικώς και αθελήτως ο άλλος,διά να φυλάξετε την ζωήν σας και τα παιδία σας. ημείς αμέσως θέλομεν διορίσει άλλον εις τον τόπον του μακαρίτου πλήν έως να συναχθή το ασκέρι, έχετε κίνδυνον και φόβον, διά τούτο κάμετε τα δυνατά σας να φυλαχθήτε από το ανελεήμον σπαθί του εχθρού....
Λίγο πριν πεθάνει, ο Σήφακας, καταλαβαίνοντας πως το τέλος του θα ερχόταν σύντομα, κλαίγοντας, φίλησε τα άρματά του και τα παρέδωσε στους δικούς του ανθρώπους. Το τουφέκι του στον αδελφό του Νικόλαο, την πιστόλα του στον αδελφό του Αντώνιο και το μαχαίρι του στον κουνιάδο του Μιχάλη.
*Σηκώσου καπετάνιο μου, να βάλεις τ''άρματά σου,
Να δεις τ''ασκέρι π ακλουθά να χαίρετ'' η καρδιά σου
΄Αχι καϋμένε Σήφακα, κρίμα στο παλληκάρι, 
να πάθει τέθοιο θάνατο, νάρθει σε τέθοιο χάλι
νάθελε σε σκοτώσουνε σε πόλεμο οι τούρκοι 
δεν ήτον παραπόνεσι κι ούλοι θα σκοτωθούσ
Μ'' απόθανες παράδικα στση Κίσαμος τα μέρη,
Τ'' Αποκορώνου τα χωριά δεν έχουνε χαμπέρι
Οι τούρκοι είναι στα Χανιά, είναι και στο Καστέλλι
Κι ο Καπετάνιος στη Γωνιά πέτε μας ήντα θέλει;
Ο Καπετάνιος στη Γωνιά ήρθε να προσκηνύσει,
Στον Αδη θε να κατεβεί να μασε βαγιεστήσει
Εις την Κυρία τη Γωνιά με ψαλμουδιές μεγάλες
Τον πήγανε κι επαίξανε τουφέκια και μπουμπάρδες
Κι απόθανε ο τσελεπής ο ΚαπετανοΣήφης.
Τέθοιοι άντρες πια δε βγαίνουνε ποθές μήδε στην Κρήτη...
 *Πλείστα δημοτικά τραγούδια αλλά και έντεχνη ποίηση αναφέρονται στην προσωπικότητα του Σήφακα. Γνωρίζοντας μάλιστα τον γίγαντα αυτό της δύναμης και ανδρείας, αμφισβητήθηκε ακόμη και το γεγονός του θανάτου του από μια κοινή αρρώστια όπως η πνευμονία.
ΠΗΓΗ

2 σχόλια:

  1. Μια μικρή λεπτομέρεια προς διόρθωση και μερικές επιπλέον πληροφορίες, το επίθετο του Ήρωα Σήφακα ήταν "ΚΩΣΤΑΝΤΟΥΛΑΚΗΣ" και όχι "Κωνσταντουδάκης" που αναγράφετε στο άρθρο εσείς, όπως και άλλες σελίδες εκ παραδρομής. Αν ανατρέξετε στο βιλίο της οικογένειας Σήφακα (Θωμάς Ουλής, 1952) θα το διαπιστώσετε. Ο Σήφακας γεννήθηκε και έκανε οικογένεια στο Μελιδόνι Αποκορώνου (υπάρχει και η προτομή του) από τον Κωστάντουλα Κοκκίνη (ή Βάφη) που είχε καταγωγή από την Ίμπρο Σφακίων και έσερνε από την γενιά των Πατακών. Στενοί συγγενείς τους ήταν οι Μανούσακες και οι Βάφηδες της Ίμπρου. Η οικογένεια των Σηφάκηδων, όπως μετονομάστηκε μετά τον θάνατο του Σήφακα τιμητικά, είχε πολλούς πρωτοκαπετάνιους, αρχηγούς, βουλευτές και φυσικά πολλά θύματα στους αγώνες της ελευθερίας της Κρήτης. Απόγονοι του Σήφακα ζούνε σήμερα μόνο στην Θεσσαλονίκη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για της πληροφορίες και της επισημάνσεις
      (η διόρθωση έγινε)

      Διαγραφή

Μην πυροβολείτε ασκόπως