2 Σεπτεμβρίου 2012

Περιώνυμοι Κρήτες μουσουλμάνοι

O Αλί Τσαούσης από το Σέλινο, ήταν ένας πλούσιος τσιφλικάς και μόλις εξερράγη η Επανάσταση του 1821, ανέλαβε με τον Καούρη και τον Βεδούρη, να κάνουν αντεπανάσταση στην δυτική Κρήτη. Ο Τσαούσης, περιφρονούσε κάθε Τουρκοκρητικό, που δεν είχε σκοτώσει έναν τουλάχιστον Έλληνα.

 Ο γιος του, ο λεγόμενος Αλιτσαουσάκης, όταν ήταν νέος ακόμα, σε κάποιο γλέντι κάποιου χωριού, σαρκάστηκε από μερικούς Τουρκοκρητικούς, επειδή δεν είχε βάψει ακόμα τα χέρια του με χριστιανικό αίμα. Αυτός τότε, βγήκε αμέσως έξω απ’ το χωριό και χωρίς λόγο σκότωσε τον πρώτο Έλληνα διαβάτη που συνάντησε μπροστά του -κάποιον ονόματι Γιάννη. Σε λίγες μέρες, σκότωσε έναν φιλήσυχο έμπορο που κάθονταν αμέριμνος μπροστά στο κατάστημά του, τον Αντώνη Αλιφεράκη. Ο πατέρας του τότε, έδειξε με καμάρι τον γιο του στους άλλους Τουρκοκρητικούς κι εκείνοι μετά απ’ αυτούς τους δυο φόνους, τον αναγνώρισαν ως «παλικάρι». Ο Αλί Τσαούσης, ο οποίος διακρίθηκε σε πολλές συγκρούσεις με τους επαναστάτες, πολιορκήθηκε τελικά στο Σέλινο μαζί με τον Καούρη, ο οποίος πέθανε από πανώλη, ενώ αυτός ο ίδιος σκοτώθηκε επιχειρώντας να κάνει έξοδο.

Ένας άλλος τρομερός Τουρκοκρητικός γενίτσαρος, ήταν ο Αλί Γετίμ από το χωριό Κυριάννα. Αυτός κρατούσε κάτω απ’ τον ζυγό του, όλη σχεδόν την επαρχία του Ρεθύμνου. Αρκετές παραλλαγές των κρητικών δημοτικών τραγουδιών αναφέρουν με σχετικές λεπτομέρειες, τόσο τον Αλί Γετίμ, όσο και τα έργα του. Χαρακτηριστική της θηριωδίας του, είναι η δράση του, ανήμερα μιας Μεγάλης Πέμπτης, κάποιου προεπαναστατικού έτους. Είχε πάρει μαζί του τον Στυλιανό Περακάκη από το χωριό Λούτρα για να μεταβούν στο Ρέθυμνο. Στον δρόμο, χωρίς να υπάρχει καμμία αιτία, σκοτώνει επτά χριστιανούς που τον υποδέχθηκαν με σεβασμό. Γυρίζοντας στα Λούτρα, την ίδια μέρα, όρμησε και μπήκε στο σπίτι μιας χήρας και πήρε την μοναχοκόρη της, Πανώρια. Η μητέρα της βρίσκονταν εκείνη την ώρα στην εκκλησία και μόλις έμαθε την απαγωγή της κόρης της, έτρεξε να την απελευθερώσει. Ο Αλί Γετίμ όμως, έσφαξε τη γυναίκα και κατόπιν, έδεσε την κόρη της με την ζώνη του, αποσύρθηκε μαζί της σε κάποια ερημική τοποθεσία, κι αφού την βίασε, έφυγε αφήνοντας την κοπέλα νεκρή σε κάποιον λάκκο. Το 1822, οι επαναστάτες έκαναν εκκαθαριστική επιχείρηση εναντίον των Τουρκοκρητικών, στην επαρχία της Μεσαράς. Ο Αλί Γετίμ, με 55 Τούρκους, είχε καταλάβει τότε το Αρκάδι. Οι οπλαρχηγοί όμως, Δεληγιαννάκης, Πωλιογεωργάκης, Μανουσέλης και Μαυροθαλασσίτης, περικύκλωσαν με τους άνδρες τους το μοναστήρι. Τη νύχτα της 17ης Ιανουαρίου του 1822, ο Δεληγιαννάκης μαζί με ακόμα 60 Σφακιανούς, κατόρθωσε να μπει κρυφά στον περίβολο του μοναστηριού, χρησιμοποιώντας μια μυστική μικρή θύρα, που μόνο αυτός γνώριζε. Έγινε τότε γενική έφοδος και ο Αλί Γετίμ, όπως και άλλοι Τούρκοι που είχε μαζί του, σκοτώθηκαν.
Με αφορμή την εξόντωση του Αλί Γετίμ, ένας άλλος ονομαστός Τουρκοκρητικός της περιοχής, ο Αλί Γλυμίδης (ή Γλυμιδάκης), παρουσιάστηκε σε μεγάλη συγκέντρωση Τουρκοκρητικών του Ρεθύμνου και ορκίστηκε εκδίκηση. Ορκίστηκε ακόμη, ότι θα φέρει οπωσδήποτε στο Ρέθυμνο τα κεφάλια του Δεληγιαννάκη και των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών. Σύντομα, αφού συγκέντρωσε ένα στρατιωτικό σώμα 2.000 επίλεκτων Τουρκοκρητικών, εξόρμησε για να συναντήσει τους Έλληνες. Η αποφασιστική σύγκρουση, έγινε στις 26 Ιανουαρίου του 1822 στα Ακόνια και η μάχη κρατήθηκε αμφίρροπη όλη την ημέρα. Με το δειλινό, άρχισε ανάμεσα στις δυο παρατάξεις, ομηρική ανταλλαγή από αλλεπάλληλα σαρκαστικά πειράγματα. Σε κάποια στιγμή, ο καπετάν Αναγνώστης, ή Παπαναγνώστης, φώναξε εναντίον του Αλί Γλυμίδη, ένα αυτοσχέδιο δίστιχο: «Επόρισες Αλί αγά τώρα να πολεμήσεις, όμως ορκίζω τον Θεό πίσω να μη γυρίσεις». Ο Αλί Γλυμίδης, ερεθίστηκε από το δίστιχο εκείνο και σείοντας το γιαταγάνι του, όρμησε εναντίων των πρώην ραγιάδων, μαινόμενος αλλά και αφύλακτος. Τον ακολούθησαν αμέσως οι δικοί του, αλλά την ίδια στιγμή, εξόρμησαν εναντίον τους και οι Έλληνες. Προτού όμως γενικευτεί η μάχη, ο Γλυμίδης πέφτει νεκρός από κάποιο ελληνικό βόλι. Τότε ο Σφακιανός αγωνιστής, Ανδρέας Μανουσέλης, έτρεξε πάνω στο πτώμα και μέσα σ’ ένα «χαλάζι» από σφαίρες, έκοψε το κεφάλι του, θυμίζοντας έτσι, σκηνές Τρωικού Πολέμου. Στην συνέχεια, ο Μανουσέλης κάρφωσε το κεφάλι του Αλί Γλυμίδη πάνω στο μακρύ καριοφίλι του και το περιέφερε επιδεικτικά. Όταν οι Τουρκοκρητικοί αντίκρυσαν το θέαμα της κομμένης κεφαλής του αρχηγού τους, πανικοβλήθηκαν και τράπησαν σε φυγή, ενώ πίσω τους οι Έλληνες, τους κυνηγούσαν και τους κατέσφαζαν. Η πανωλεθρία των Τουρκοκρητικών, ήταν εντυπωσιακή. Πάνω από 100 επίσημοι μπέηδες σκοτώθηκαν εκείνη τη μέρα και πολλοί άλλοι αιχμαλωτίστηκαν, ανάμεσα στους οποίους και ο Μουζούρ αγάς με τον σημαιοφόρο του. Οι Έλληνες είχαν μόνο 14 νεκρούς. Οι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στα Λούτρα, στον γενικό έπαρχο Αφεντούλη και αργότερα έγινε ανταλλαγή με πολλούς Ρεθύμνιους Έλληνες αιχμαλώτους. Εκείνη η νίκη, στερέωσε την επανάσταση στην επαρχία του Ρεθύμνου.
Ένας ακόμη περιώνυμος Τουρκοκρητικός, ήταν ο Ιμπραΐμ Αληδάκης, ο οποίος κατοικούσε στο χωρίο Μπρόσνερο των Σφακίων. Μετά την καταστολή της επανάστασης του ήρωα Δασκαλογιάννη, στην οποία οι Τουρκοκρητικοί αντιτάχθηκαν με κάθε τρόπο, ο Αληδάκης έχοντας ως ορμητήριο τον οχυρωμένο πύργο του, τρομοκρατούσε και καταδυνάστευε την γύρω περιοχή, ληστεύοντας και σκοτώνοντας. Οι Σφακιανοί, μην αντέχοντας αυτή την κατάσταση, καιροφυλάκτησαν για την κατάλληλη ευκαιρία και αφού όρμησαν στο Μπρόσνερο, πολιόρκησαν τον Αλιδάκη, τον σκότωσαν και κατεδάφισαν τον πύργο του.

ΠΗΓΗ 
http://aristipposandreou.wordpress.com/tag/%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%BF%CE%B9/ 

Ο Αγριολίδης ή Αγριαλής ήταν, αρχηγός των Τουρκοκρητικων του Μεγάλου Κάστρου (Ηράκλειο Κρήτης) στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Μετά το ξέσπασμα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 ο Αγριολίδης, επικεφαλής των γενίτσαρων, τρομοκρατούσε τους πληθυσμούς και λεηλατούσε τις γύρω περιοχές, για να αποτρέψει την εξάπλωση της επανάστασης στην Κρήτη. Μετά όμως την αποστολή στην Κρήτη του βαρώνου Ράινεκ (μέσα Ιουλίου 1828) ως αντιπροσώπου του Καποδίστρια, οι Κρητικοί αναθάρρησαν και ξέσπασε νέο επαναστατικό κίνημα. Ο Αγριολίδης βγήκε από το κάστρο με τους γενίτσαρους για να διαλύσει τους επαναστάτες, έπεσε όμως σε ενέδρα στον Άγιο Ιωάννη Μεσαράς και σκοτώθηκε. Για να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους οι γενίτσαροι, στις 15 Αυγούστου 1828, έσφαξαν στο Ηράκλειο και στις γύρω περιοχές 800 περίπου άτομα. Η σφαγή αυτή είναι γνωστή ως η "σφαγή του Αγριολίδη" ή "αρμπεντές του Αγριολίδη". Τη μεθεπόμενη μέρα οι σφαγές συνεχίστηκαν στο Ρέθυμνο και στην Αρχοντική και ίσως να nγενικεύονταν, αν δεν επενέβαιναν οι Μεγάλες δυνάμεις.

ΠΗΓΗ 


Ακόμα ο Αρίφ Αγάς στο Ρέθυμνο, ο Μπεντρή εφέντης και ο Χάνιαλης στο Ηράκλειο, ο Μεμέτ Αγάς ή Μεμέτακας στη Σητεία, ο Αλί Τσαούσης από το Σέλινο ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία των γενίτσαρων που έμειναν στην ιστορία για τις θηριωδίες τους.

Ο Γετίμ Αλής απ’ το χωριό Κυργιάνα και ο Γλυμίδ Αλής. αναφέρονταιως «θηρία εξαγριωμένα». Οι συνθήκες του θανάτου τους αναφέρονται στα παρακάτω τραγούδια «Ο Γετίμ Αλής» και «Ο Γλυμίδ Αλής» στο βιβλίο του Πάρι Κελαϊδή «Ριζίτικα για τα Σφακιά»

Ο Γετίμ Αλής Γλυμήδης και Γιετίμ Αλής το ‘χανε σηκωμένο,
κι’ απού το Κάστρ’ ως τα Χανιά ναμ’ είχανε βγαρμένο˙
ο Γιετιμάκης δέρνεται παρηγοριά δεν έχει
να ‘γδικηθή τσοι Χριστιανούς γυρεύει και ξετρέχει˙
σηκώνετε’ ένα πρόσαργο για ν’ ανεβεί στ’ Αρκάδι,
να πα να βρη το Γούμενο να λειτουργούν ομάδι˙
και σέρνει μιάν εκατοστή Τουρκάκια, Ρεθυμνιώτες
ντελικανήδες τα σκυλιά, και φοβεροί παιγνιώτες.
« – Γούμενε και καλόγεροι, θέλετε να σωθήτε;
γλήγορις να τουρκέψετε, αλλιώς θε να χαθήτε».
Σ’ ένα κελί το Γούμενο μα και τσοί καλογέρους,
με βάρδια μέσα τσ’ έκλεισε, τσοι κακομοιριασμένους.
Σαν εχαροκοπήσασι θέτου να κοιμηθούσι,
το δε ταχυά να σηκωθού κι ό,τι βρου να αρπούσι.
Μα ‘φυγέ ‘νας καλόγερος, γενναίο παλικάρι,
‘που το κουτούτο τα’ Αρκαδιού, και πάει για τα’ Αμάρι˙
που ‘σανε χριστιανοί πολλοί στραθιώτες καπετάνιοι.
Γλακά το γληγορήτερο για να ‘θελε προκάμει
στο Θρόνο εκατέβηκε κ’ εκάθισε λιγάκι,
στη Μπισταή τα’ απάντηξε το πρώτο μπαϊράκι:
ο Χατζηγιώργης, ο Ζερβός κι ο Αμηράς ο Σταύρος,
αυτοί που λευτερώσασι και το νησί της Σάμος.
Η βάρδια που τα’ απάντηξε εις τα’ αρχηγούς τον πχαίνει:
«Που’ έρχεσαι καλόγερε; Τη νύχτα που πηγαίνεις;»
« – Απού τ’ Αρκάδι έρχομαι, ο Γούμενος με πέμπει,
Γιατ’ έφταξε ο Γιετήμ Αλής και είμαστε χαμένοι».
Σερν’ ο Χατζής δριμειά φωνή: «Σταύρο μου, παλικάρι,
ογλήγωρα να τρέξωμε κι εχάθηκε τα’ Αρκάδι».
Δένουσι τον καλόγερο και ούλοι τα’ ακλουθούσι,
και κάνουσιν απόφαση στ’ αμπέλια να σταθούσι˙
εις το Δραγατοκάλυβο εκεί μονομερίζου
και πως θα τσοι πατήσουσι τότες αποφασίζου.
Τοτ’ ο Χατζής με τέσσερεις μπαίνου στο Μοναστήρι
μαζί με τον καλόγερο απ’ ένα παραθύρι˙
πηγαίνουν εις το Γουμενιό που ‘σαν οι καλογέροι,
γονατιστούς τσ’ ευρήκασι κι εκλαίγαν οι καϋμένοι.
Στο δώμα ανεβήκασι με το Ζερβονικόλα,
απού ‘ξερε τα τούρκικα, και των ετουρκολόγα.
Η βάρδια των εφώνιαξε με τούρκικα «που πάτε;»
λεν: «ο Αγάς μας έμπεψε να δούμε μην κοιμάστε».
Κι απής των εσιμώσασι ντελόγκως εχυθήκα
κι εκόψαν των τσοι κεφαλές μουιδέ δεν ακουστήκα.
Εις τα κελιά, στα δώματα, εκειά μονομερίζου,
και ξεσκεπάζου μερικά και σου τσοι συγυρίζου.
«Φωθιά! (φωνιάζ’ ο Γούμενος) χαλάσετε το σπίτι
να ιδούσι πως αλλάζουσιν οι Γούμενοι την πίστι».
Και ξεσκεπάζουν το κελί και κάνουσι μια τρύπα
με λάδι, ρούχα και ρακί ανάφταν και τα ρίχτα.
Και πιάνουν το Γιετίμ Αλή, κόγβουν την κεφαλήν του,
στο Ρέθεμνος την ‘μπέψασι να φαν οι γι-εδικοί του.
Εις το τζαμί την πήγασι να τήνε συντηρούσι
γονατιστοί επέφτασι να τήνε προσκυνούσι.
Ο Γλυμίδ Αλής
Πορίζουν απού τα Χανιά δώδεκα μπαϊράκια,
και παν να πολεμήσουνε τα δόλια Σφακιανάκια.
Πορίζουν κι απού τα Σφακιά τέσσερα μπαϊράκια,
να πα να πολεμήσουσιν τα Χατζή Αγαδάκια.
Στο Μεραμπέλο σμίξασιν οι Σφακιανοί κι οι Τούρκοι,
Τούρκοι ευτύς και Σφακιανοί εκάμασι γιουρούσι.
Ομπρός – ομπρός επήγαινε Αλής το Γλυμιδάκη,
κι εβάστα και στην χέραν του κόκκινο μπαϊράκι.
Γ-εις Σφακιανός εχύθηκεν ωσάν το περιστέρι,
και του κοψεν τη κεφαλή με το δεξιόν του χέρι.
Του έκοψεν τη κεφαλή τα’ αλή του Γλυμιδάκη
κι εβάσταν την στη χέραν του ωσάν το μπαϊράκι.
Γλυμίδην το κεφάλι σου, το πολυπαινεμένο,
του Ρούσιου το επήγασιν στο αίμαν κυλισμένο.
Βγάνει τρία βενέτικα μπαξίσι των τα δίδει,
απού τον εσκοτώσασιν αυτόνε το Γλυμίδη.
Γιατί ‘καψεν πολλές καρδιές κι ακόμ’ ήθελε κάψει˙
- απού να βγουν τα’ αμμάθιαν του απού θα τόνε κλάψη.
Γλυμίδην το κεφάλι σου που ‘θελε νταγιαντίσει
στο Ρέθεμνος κι εις τα Σφακιά να βγη να πολεμήση;
Γλυμίδην και Γετίμη μου, όμορφα παλικάρια
οι Σφακιανοί σας πιάσασιν κι έναι ντροπή μεγάλη.
Γλυμίδην το κεφάλι σου που ‘βανες τα τσιτσέκια,
οι Σφακιανοί το βάλασι σημάδι στα ντουφέκια.
Γλυμίδην το κεφάλι σου το ‘χουσι κρεμασμένο
και τ’ αποδέλοιπον κορμί το ‘χουσι πεταμένο.
Μεσ’ στου Προδρόμου το ‘χουσι κι οι σκύλοι θα το φάσι
γιατί δεν ήτονε πρεπό χώμα να το σκεπάση.
Πρεμαζωχτήτε στο τζαμί Τούρκοι και Γιανιτσάροι
να δήτε το Γλυμίδ Αλή, τα’ όμορφο παλικάρι.
Άνθρωπος δεν ευρέθηκε να μάθη την αλήθεια,
ο κουμαντάντης τω Σφακιώ αν έχη κρίνει δίκηα.
Ένα φερμάνι έμπεψε στη μπάντα του Ρεθέμνου,
να πιάσουν το Γλυμίδ Αλή, τον άντρα του πολέμου.
Να ‘χε του δώσει νταμουλάς και βουλήσ’ η γι-ώρα,
όντες ξεκίνα κι έβγανε τ’ ορντού απού τη χώρα.

ΠΗΓΗ
http://www.agonaskritis.gr/%CE%B3%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%BC-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%87%CE%B9/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μην πυροβολείτε ασκόπως